Αντισυνταγματικότητα κωλύματος εκλογής υποψηφίων άνω των 70 ετών στο Διοικητικό Συμβούλιο αθλητικής ομοσπονδίας
- Γεώργιος Λιανός

- πριν από 3 ημέρες
- διαβάστηκε 10 λεπτά

ΜΠρΑθ 4421/2024
Σημασία
Πρόκειται για την 3η κατά σειρά απόφαση δικαστηρίου, μετά της ΟλΣτΕ 686/2018 και ΟλΣτΕ 2526/2013, που έκρινε διάταξη του αθλητικού νόμου 2725/1999 ως αντισυνταγματική.
Μάλιστα, μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, η επίμαχη νομοθετική διάταξη καταργήθηκε με το άρθρο 94 του ν. 5128/2024.
Νομικό καθεστώς
Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 7 του ν. 2725/1999, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 4726/2020 και ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης το 2021, «Δεν επιτρέπεται να εκλεγεί πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αθλητικής ομοσπονδίας όποιος έχει συμπληρώσει τρεις (3) συνολικά πλήρεις ή μερικές θητείες στο αξίωμα αυτό. Δεν επιτρέπεται να εκλεγεί αντιπρόεδρος, γραμματέας ή ταμίας του Διοικητικού Συμβουλίου αθλητικής ομοσπονδίας όποιος έχει εκλεγεί σε οποιοδήποτε από τα αξιώματα αυτά δύο (2) συνεχόμενες φορές για πλήρη ή μερική θητεία. Πρόσωπο που έχει υπηρετήσει επί δύο (2) συνεχόμενες θητείες σε οποιοδήποτε από τα αξιώματα του προηγούμενου εδαφίου, δύναται να επανεκλεγεί σε τέτοια θέση εφόσον μεσολαβήσει χρονική περίοδος δύο (2) ετών. Μετά τη συμπλήρωση του εβδομηκοστού (70ού) έτους της ηλικίας του ουδείς δύναται να εκλεγεί σε οποιαδήποτε θέση του Διοικητικού Συμβουλίου αθλητικής ομοσπονδίας, δύναται, όμως, να αναλάβει άλλες αρμοδιότητες σε μη αιρετές θέσεις στις οποίες τοποθετείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της. Οι ρυθμίσεις της παρούσας ισχύουν και για τις αθλητικές ομοσπονδίες ατόμων με αναπηρία. Υποψηφιότητα που υποβάλλεται κατά παράβαση της παρούσας είναι αυτοδικαίως άκυρη».
Πραγματικά περιστατικά
Στην επίμαχη περίπτωση, οι 2 ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση υποψηφιότητας για την εκλογή αυτών ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αθλητικής ομοσπονδίας, αλλά η εναγόμενη αθλητική ομοσπονδία απέρριψε τις υποψηφιότητές τους, κατ' επίκληση της συμπλήρωσης του 70ου έτους της ηλικίας τους, το οποίο αποτελούσε κώλυμα εκλογιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 7 του ν. 2725/1999, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 4726/2020.
Στο πλαίσιο αυτό, οι 2 ενάγοντες προσέφυγαν δικαστικά κατά της αθλητικής ομοσπονδίας που απέρριψε τις υποψηφιότητές τους, προβάλλοντας ότι η απόφαση της αθλητικής ομοσπονδίας είναι άκυρη, καθώς η διάταξη στην οποία στηρίζεται, ήτοι το άρθρο 22 παρ. 7 του ν. 2725/1999, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 4726/2020, είναι αντίθετη με διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος.
Κρίση δικαστηρίου
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την επίμαχη υπ' αριθ. 4421/2024 απόφασή του, έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 7 του ν. 2725/1999, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 4726/2020, κατά το μέρος που εισάγει κώλυμα όσων έχουν συμπληρώσει το 70ο έτος της ηλικίας τους για να εκλεγούν ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αθλητικής ομοσπονδίας, είναι αντίθετη με την Οδηγία 2000/78/ΕΚ, το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και με τα άρθρα 5 παρ. 1, 12 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και, κατόπιν τούτου, πρέπει να μείνει ανεφάρμοστη.
Το σκεπτικό της απόφασης έχει ειδικότερα ως εξής:
«Το Ελληνικό Σύνταγμα αφιερώνει ρητή και ειδική ρύθμιση στον αθλητισμό όπου και σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ 9 ορίζεται ότι «Ο αθλητισμός τελεί υπό την προστασία και την ανώτερη εποπτεία του Κράτους. Ο νόμος ορίζει ακόμα τη διάθεση των ενισχύσεων που παρέχονται κάθε φορά στις επιχορηγούμενες ενώσεις σύμφωνα με τον προορισμό τους» Παράλληλα η φυσική αγωγή εντάσσεται - κατ’ άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος — στους Συνταγματικούς σκοπούς της Παιδείας. Επιπλέον δε ο αθλητισμός αποτελεί συνάμα και μια συνταγματικά κατοχυρωμένη απαίτηση των πολιτών για τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων και την παροχή των σχετικών υπηρεσιών. Η άθληση και η αθλητική δραστηριότητα εντάσσεται στο φάσμα των δραστηριοτήτων που προστατεύονται από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος γιατί συνδέονται αφενός με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του αθλούμενου, αφετέρου με την δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Χώρας και συνακόλουθα άπτεται του ιδιωτικού βίου και καλύπτεται από το απόρρητο (άρθρο 9 Συντάγματος και 8 ΕΣΔΑ) ενώ παράλληλα ως κοινωνική δράση συνιστά μια από τις πιο κλασικές περιπτώσεις άσκησης των δικαιωμάτων της ομαδικής δράσης και του συνεταιρίζεσθαι. Κατ’ αποτέλεσμα το Σύνταγμα αναγορεύει τον αθλητισμό σε θεσμό ενώ η συνταγματική πρόβλεψη για την άσκηση κρατικής εποπτείας έχει διττή νομική έννοια καθώς εγκαθιδρύει το κοινωνικό δικαίωμα των αθλητικών ενώσεων στην οικονομική ενίσχυση και ταυτόχρονα εισάγει απόκλιση από τη γενική διάταξη του άρθρου 12 του Συντάγματος εφόσον προβλέπει τον έλεγχο και την οικονομική εποπτεία στη διάθεση των οικονομικών ενισχύσεων (Αθλητισμός και Κράτος Δικαίου — Τα όρια της νομικής απορρύθμισης και η επιστροφή στο Σύνταγμα Ευάγγελος Β Βενιζέλος). Το αμυντικό περιεχόμενο του δικαιώματος στον αθλητισμό περιλαμβάνει την αξίωση κάθε πολίτη έναντι του Κράτους για αποχή του τελευταίου από ρυθμίσεις και δραστηριότητες που περιορίζουν ή αναιρούν τη δυνατότητα της άθλησης, υποκείμενα δε του δικαιώματος αυτού είναι ο καθένας ατομικά αλλά και συλλογικά τα διάφορα νομικά πρόσωπα, σωματεία εταιρίες και ενώσεις. Οι περιορισμοί είναι επιτρεπτοί μόνο στο βαθμό που το Σύνταγμα και ο νόμος το επιτρέπουν για λόγους προστασίας του αθλητισμού και για λόγους δημοσίου συμφέροντος εφόσον δεν είναι, υπέρμετροι και δεν αναιρούν το πυρήνα των Συνταγματικών δικαιωμάτων. Περαιτέρω το αθλητικό σωματείο είναι ένωση προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που συστάθηκε με ελεύθερη βούληση στα πλαίσια συνταγματικού δικαιώματος, του νόμου, του ειδικού νόμου για τον αθλητισμό και έχει ως σκοπό την αθλητική δραστηριότητα στο πλαίσιο του φίλαθλου πνεύματος και των κανόνων που απορρέουν από το διεθνές αθλητικό δίκαιο. Η αθλητική ένωση, σύνδεσμος ή ομοσπονδία είναι νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελείται από πρωτοβάθμια αθλητικά σωματεία, τα οποία τηρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις (Αθλητισμός και Σύνταγμα …).
Η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι μαζί με εκείνη του συνέρχεσθαι αποτελούν τις δύο μορφές της ελευθερίας της ομαδικής και πνευματικής κίνησης και δράσεως και βάση της ελευθερίας της επαγγελματικής οργανώσεως. Το άρθρο 12 παρ 1 του Συντάγματος δεν κατοχυρώνει μόνο ένα ατομικό δικαίωμα αλλά παράλληλα αποτελεί και μια θεσμική εγγύηση με την οποία νομιμοποιούνται αλλά και δικαιούνται πλέον οι άνθρωποι να δρουν όχι μόνο ατομικά αλλά και συλλογικά σε ενώσεις προσώπων με ή χωρίς νομική προσωπικότητα και μη κερδοσκοπικούς σκοπούς. Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται και στο άρθρο 12 «του χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ε.Ε.», παρότι δε προϋπήρχε η ΕΣΔΑ, με αυτόν το χάρτη καθίστανται πολύ πιο ορατά τα ήδη υπάρχοντα θεμελιώδη δικαιώματα και προστατεύονται περισσότερο. Φορείς του δικαιώματος είναι κατ’ αρχήν οι Έλληνες πολίτες. Με το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ και την κύρωση του - που σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ 1 του Συντάγματος έχει ανώτερη τυπική ισχύ -προστατεύονται και οι αλλοδαποί με μόνο περιορισμό την απαγόρευση ίδρυσης πολιτικών ενώσεων (16 ΕΣΛΑ). Η ελευθερία ίδρυσης ενώσεων σωματείων (που ρυθμίζονται με τα άρθρα 78 επ. του ΑΚ) ή απλών ενώσεων (107 ΑΚ) ανήκει στο περιεχόμενο της συνεταιριστικής ελευθερίας, είναι αμυντικό δικαίωμα και δεν μπορεί να εξαρτηθεί από προηγούμενη κυβερνητική άδεια. Παράλληλα κανένας δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να συμμετάσχει στην ίδρυση δηλαδή έχουμε και την κατοχύρωση του δικαιώματος αποχής απ’ αυτήν. Μετά τη σύστασή του, το σωματείο (ή η απλή ένωση) δικαιούται να εξασφαλίσει τη λειτουργία του, (πραγματοποίηση του σκοπού του), δρώντας με τρόπο που ελεύθερα θα επιλέξει. Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι τελεί υπό την ρητή επιφύλαξη νόμου (τυπικοί ,διατάγματα ,κ.λ.π.). Το περιεχόμενο τους όμως δεν μπορεί να δυσχεραίνει σε υπερβολικό βαθμό την άσκηση του δικαιώματος. Σύμφωνα δε με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητος, οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι εν σχέσει προς αυτόν (βλ. Ολομ. ΣΤΕ 2764/2011 κ.ά.)...
Περαιτέρω με το άρθρο 93 παρ 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα». Με την ανωτέρω διάταξη ο Συνταγματικός νομοθέτης επέλεξε τον διάχυτο έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, στα πλαίσια του οποίου, κάθε δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη θέση που κατέχει στη δικαστική ιεραρχία, τον κλάδο δικαιοσύνης στον οποίο υπάγεται και το είδος της διαφοράς που καλείται να επιλύσει, έχει την αρμοδιότητα να ασκεί έλεγχο αντισυνταγματικότητας επί του εφαρμοστέου, στη διαφορά που εκδικάζει, νόμου. Ο έλεγχος δε αυτός ασκείται από τα δικαστήρια είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν σχετικού ισχυρισμού του διαδίκου. Περαιτέρω ο νόμος διαθέτει από τη δημοσίευση του και τη θέση του σε ισχύ ένα τεκμήριο συνταγματικότητας, καθώς στο ελληνικό σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας, ο δικαστικός έλεγχος είναι κατασταλτικός και εξαρτάται είτε από την προβολή του σχετικού ισχυρισμού από μέρους ενός διαδίκου σε σχετική δίκη είτε από τον δικαστή που εξετάζει το ζήτημα αυτεπαγγέλτως. Το τεκμήριο της συνταγματικότητας σημαίνει, πρώτον ότι κάθε νόμος ισχύει, εφαρμόζεται και παράγει όλες τις έννομες συνέπειες του αμέσως από το χρόνο που ο ίδιος ορίζει, χωρίς να απαιτείται κάποια ειδική προληπτική δικαστική διάγνωση της συνταγματικότητας του και δεύτερον, ότι στο πλαίσιο του διάχυτου συστήματος η δικαστική διάγνωση της συνταγματικότητας της συγκεκριμένης κρίσιμης διάταξης, η οποία γίνεται παρεμπιπτόντως, έχει ως συνέπεια τον παραμερισμό της διάταξης, δηλαδή τη μη εφαρμογή της στην προκειμένη υπόθεση. Ο έλεγχος της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας είναι κατά νομική ακριβολογία έλεγχος μη αντίθεσης και όχι έλεγχος συμφωνίας. Ο Συνταγματικός έλεγχος είναι κυρίως α) παρεμπίπτων, διότι ασκείται με αφορμή την εκδίκαση μιας υπόθεσης που έχει αχθεί νομοτύπως στα δικαστήρια, ενώ το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας εξετάζεται κατ’ ένσταση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστή και - με την εξαίρεση του Α.Ε.Δ.- δεν περιλαμβάνεται ποτέ στο διατακτικό της σχετικής απόφασης, αλλά παραμένει απλά και μόνο στο σκεπτικό, β) συγκεκριμένος, επειδή ασκείται με αφορμή την εφαρμογή και ερμηνεία της κρίσιμης νομοθετικής διάταξης ή των κρίσιμων διατάξεων σε μια συγκεκριμένη διαφορά, και η κρίση για την αντισυνταγματικότητα διατυπώνεται πάντα ενόψει των πραγματικών και νομικών περιστατικών της επίδικης διαφοράς και για τις ανάγκες επίλυσης της και γ) δηλωτικός ή διαπιστωτικός, καθώς ενώ η αντισυνταγματική διάταξη παραμερίζεται και δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη διαφορά, εξακολουθεί να ισχύει και μπορεί να εφαρμοσθεί από άλλο δικαστήριο. Ο «συγκεκριμένος» έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων οριοθετεί την υποχρέωση των δικαστηρίων να κηρύξουν την αντισυνταγματικότητα μόνο εκείνων των διατάξεων που είναι αναγκαίες για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς, με συνέπεια τη μη εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης. Εκφεύγει της εξουσίας των δικαστηρίων η κρίση επί της συνταγματικότητας διατάξεων που δεν είναι αναγκαίες για την επίλυση της επίδικης διαφοράς και τα δικαστήρια κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας συχνά διαπιστώνουν μόνο την αντισυνταγματικότητα ενός μέρους ενός νόμου ή μόνο ενός μέρους μιας διάταξης. Εάν με το μέρος της διάταξης που κηρύχθηκε αντισυνταγματική είχε εισαχθεί εξαίρεση ή περιορισμός, εφαρμόζεται ο γενικός κανόνας, με άμεση συνέπεια να επέρχεται σε σχέση με την προηγούμενη διατύπωση του, διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του κανόνα, σε περιπτώσεις δε ανισότητας θα εφαρμοστεί η περισσότερο ευνοϊκή διάταξη (εξίσωση προς τα άνω).
Περαιτέρω σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στη τρίτη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η ηλικία αποτελεί προσωπικό και κοινωνικό χαρακτηριστικό του ατόμου, που στο χώρο ιδίως του Εργατικού Δικαίου έχει ιδιαίτερη σημασία, στις ανεπτυγμένες δε χώρες της Ευρώπης αλλά και παγκοσμίως, η ηλικία κάποιου προσώπου θεωρούταν πάντα ενδεικτική της ωριμότητας, της εμπειρίας, της υγείας και της σωματικής κατάστασής του. Γι’ αυτό, τα άτομα διακρίνονταν σε ομάδες και κατηγορίες με κριτήριο την ηλικία τους σε διάφορους τομείς και κυρίως στην εργασία και την απασχόληση. Διακρίσεις με κριτήριο την ηλικία περιέχονται τόσο σε κανονιστικές όσο σε συμβατικές ρυθμίσεις του Εργατικού Δικαίου. Συχνά όμως είναι άδικες και αδικαιολόγητες, στηρίζονται σε κοινωνικά στερεότυπα, που αναπαράγονται και διατηρούν τον κοινωνικό αποκλεισμό, την ανεργία και τη στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών από ορισμένους ανθρώπους. Με γνώμονα τα ανωτέρω θεσπίστηκε η Οδηγία 2000/78 με την οποία επιχειρείται η καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Επιπλέον ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου έχει αναγνωριστεί και η αρχή της ίσης μεταχείρισης και η αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων, με επιμέρους διάκριση της αρχής αυτής να είναι και η απαγόρευση διακρίσεων λόγω ηλικίας. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι εφόσον διαπιστώθηκε δυσμενής διάκριση αντίθετη προς το ενωσιακό δίκαιο, και ενόσω δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης, η τήρηση της αρχής της ισότητας μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με την παροχή στα άτομα της κατηγορίας που τυγχάνει δυσμενούς μεταχείρισης των ιδίων πλεονεκτημάτων με εκείνα που παρέχονται στα άτομα της ευνοημένης κατηγορίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, το εθνικό δικαστήριο το οποίο είναι επιφορτισμένο με την εφαρμογή του, οφείλει να μην εφαρμόζει κάθε εθνική διάταξη συνεπαγόμενη διακρίσεις χωρίς να ζητεί ή να αναμένει την προηγούμενη εξάλειψη της διατάξεως αυτής εκ μέρους του νομοθέτη, και να εφαρμόζει στα μέλη της ομάδας που τυγχάνει δυσμενούς μεταχείρισης το ίδιο καθεστώς που ισχύει για τους λοιπούς εργαζομένους.
Εν προκειμένω με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες ζητούν την κήρυξη της ακυρότητας των αποφάσεων του Διοικητικού συμβουλίου και της Γενικής Συνέλευσης της εναγόμενης ομοσπονδίας καθόσον αυτές εδράζονται στην διάταξη του άρθρου 22 παρ 7 του Νόμου 2725/1999 όπως ισχύει σήμερα, με την οποία αποκλείονται από την Διοίκηση της ομοσπονδίας αποκλειστικά και μόνο λόγω της υπέρβαση του 70ου έτους της ηλικίας τους, γεγονός που αποτελεί ανεπίτρεπτη δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας με αποτέλεσμα η διάταξη αυτή να τυγχάνει ανεφάρμοστη λόγω αντίθεσης της στο ενωσιακό δίκαιο και το Σύνταγμα. Συνεπώς το αίτημα των εναγόντων προς το Δικαστήριο είναι να εξετάσει πρωταρχικά την αντισυνταγματικότητα του νόμου και εν συνεχεία εφόσον διαπιστωθεί αυτή να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της ένδικης διάταξης συμπεριλαμβάνοντας και τους ενάγοντες με σκοπό την άμβλυνση της σε βάρος τους ανισότητας με την ακύρωση των αποφάσεων που έλαβαν διαδοχικά τα καταστατικά όργανα της εναγόμενης...
Το παρόν Δικαστήριο διαπιστώνει κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου τη μερική ποσοτική αντισυνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 22 παρ 7 του νόμου 2725/1999 και για το λόγο αυτό κρίνει ότι είναι μη εφαρμοστέα ως προς το ηλικιακό κώλυμα εκλογιμότητας που έθεσε στους ενάγοντες προκειμένου να δύνανται αυτοί να θέσουν υποψηφιότητα για μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, διότι η διαφοροποίηση, βάσει της ανωτέρω διάταξης, σε βάρος τους αποκλειστικά λόγω της υπέρβασης του 70ου έτος της ηλικίας τους, έναντι των λοιπών μελών της εναγόμενης δεν δικαιολογείται, εν όψει και των σύγχρονων κοινωνικοοικονομικών δεδομένων και αντιλήψεων, από αποχρώντες λόγους. Με την διάταξη αυτή εισάγεται μια παράνομη δυσμενής διάκριση, που δημιουργεί επιπλέον νομικά εμπόδια στην πρόσβαση και τη συμμετοχή των εναγόντων στη Διοίκηση της εναγόμενης, χωρίς να υφίστανται απτά κοινωνικά στοιχεία που να συνηγορούν ότι το θεσπιζόμενο όριο της ηλικίας δικαιοπολιτικά εξυπηρετεί τους σκοπούς της χρηστής διοίκησης της εκάστοτε ομοσπονδίας, ούτε η συμπλήρωση αυτού κατά κοινή πείρα λαμβανομένου υπόψη και των εν γένει ειδικών συνθηκών ασκήσεως των καθηκόντων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, απομείωνει την βιολογική τους ικανότητα σε βαθμό που να δικαιολογεί τη θέσπιση του εκλογικού κωλύματος. Οι ενδείξεις για τυχόν έκπτωση των διανοητικών ικανοτήτων μελών μεγαλύτερης ηλικίας εξυπηρετούνται επαρκώς μέσων των γενικών αρχών του αστικού δίκαιου και των προϋποθέσεων της δικαιοπρακτικής ικανότητας του ατόμου χωρίς να είναι αναγκαίος ο γενικός αποκλεισμός της ηλικιακής αυτής ομάδας στις θέσεις διοίκησης των αθλητικών ομοσπονδιών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω στην ένδικη περίπτωση, η διάταξη του νόμου της παραγράφου 7 του άρθρου 22 του νόμου 2725/1999 που ρητά απαγορεύει στους ενάγοντες να θέσουν υποψηφιότητα για μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης για το λόγο ότι έχουν υπερβεί το 70° έτος της ηλικίας τους, είναι αντίθετη στην οδηγία 2000/78, η οποία εφαρμόζεται στα αθλητικά σωματεία και της ομοσπονδίες και το άρθρο 21 του Χάρτη των Ευρωπαϊκών Δικαιωμάτων καθώς και στα άρθρα 5 παρ 1, 12 παρ 1 και 25 του Συντάγματος».