Νομική προστασία από την παράλληλη λειτουργία δεύτερης αθλητικής ομοσπονδίας για το ίδιο άθλημα
- Γεώργιος Λιανός

- 11 Αυγ
- διαβάστηκε 10 λεπτά
Έγινε ενημέρωση: πριν από 28 λεπτά

ΕφΑθ 504/2024, ΠΠρΑθ 1049/2021, ΠΠρΑθ 1571/2020, ΠΠρΚορ 70/2020
Σημασία
Πρόκειται για 4 διαδοχικές αποφάσεις, με τις οποίες αφ’ ενός επικαιροποιήθηκαν και εμπλουτίστηκαν ουσιωδώς οι αξιολογήσεις της προϋφιστάμενης συναφούς νομολογίας για τη νομική μεταχείριση της παράλληλης λειτουργίας δύο αθλητικών ομοσπονδιών για το ίδιο άθλημα ή κλάδο άθλησης (ΑΠ 537/2005, ΕφΑθ 118/2005, ΠΠρΣυρ 109/2014, ΠΠρΑθ 3068/1996, ΜΠρΘεσ 9774/2008, ΜΠρΑθ 2905/2004) και αφ’ ετέρου αντιμετωπίστηκε για 1η φορά το ζήτημα της αστικής ευθύνης στην περίπτωση αυτή.
Μέχρι την έκδοση των αποφάσεων αυτών, η νομολογία αφορούσε τη νομική προστασία από την παράλληλη λειτουργία δεύτερης αθλητικής ομοσπονδίας για το ίδιο άθλημα μόνο με βάση την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της ανακοπής, χωρίς όμως να αντιμετωπίζονται πιο σύνθετα ζητήματα, όπως η σύγκρουση της ειδικής αθλητής αναγνώρισης από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και της αναγνώρισης από την οικεία παγκόσμια αθλητική ομοσπονδία, και, κυρίως, χωρίς να αντιμετωπίζεται καθόλου το ζήτημα της αστικής ευθύνης στην περίπτωση αυτή (αποζημίωσης, χρηματικής ικανοποίησης, άρσης προσβολής, παράλειψης προσβολής στο μέλλον).
Νομικό καθεστώς
Σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν. 2725/1999, «1. Αθλητική ομοσπονδία είναι η ανώτατη οργάνωση αθλητικών σωματείων ή αθλητικών ενώσεων (νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου) που καλλιεργούν το ίδιο άθλημα ή κλάδο άθλησης, έχει σκοπό την καλλιέργεια και την ανάπτυξή του σε όλη τη χώρα και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 και επόμενα του Αστικού Κώδικα. 2. Για κάθε άθλημα ή κλάδο άθλησης επιτρέπεται η σύσταση μίας (1) μόνο ομοσπονδίας για όλη τη χώρα. Η ομοσπονδία εκπροσωπεί το άθλημα διεθνώς, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς της οικείας διεθνούς αθλητικής ομοσπονδίας και της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (Δ.Ο.Ε.) και η έδρα της ορίζεται από το καταστατικό της. Επιτρέπεται σε ειδικές περιπτώσεις μία ομοσπονδία να περιλαμβάνει και άλλα αθλήματα ή κλάδους άθλησης, εκτός από το βασικό άθλημα ή κλάδο άθλησης, εφόσον τα αθλήματα και οι κλάδοι δεν είναι δυνατόν να υπαχθούν σε ξεχωριστή ομοσπονδία».
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 2725/1999, «1. Για τη σύσταση ομοσπονδίας απαιτούνται αποφάσεις των διοικητικών συμβουλίων ή των γενικών συνελεύσεων είκοσι (20) τουλάχιστον αθλητικών σωματείων ή πέντε (5) τουλάχιστον αθλητικών ενώσεων που καλλιεργούν το ίδιο άθλημα ή τον ίδιο κλάδο άθλησης, επιδεικνύοντας αγωνιστική δραστηριότητα. 2. Η εγγραφή μέλους σε αθλητική ομοσπονδία γίνεται με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου και η διαγραφή με απόφαση της γενικής συνέλευσης της ομοσπονδίας. Δεν επιτρέπονται διακρίσεις σε τακτικό, δόκιμα ή πάρεδρα μέλη ή άλλες παρόμοιες. Η δυνατότητα και οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος ψήφου των σωματείων ή των ενώσεων, που εγγράφονται στη δύναμη της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας και πριν αυτό αποκτήσουν την ειδική αθλητική αναγνώριση, καθορίζονται από το καταστατικό της Ομοσπονδίας».
Σύμφωνα με το άρθρο 28 του ν. 2725/1999, «1. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού μπορεί να παρέχεται σε αθλητική ομοσπονδία, ύστερα από αίτηση του Δ.Σ. αυτής, ειδική αθλητική αναγνώριση, ιδίως εάν για το άθλημα ή τον κλάδο άθλησης που καλλιεργεί υπάρχει αντίστοιχη παγκόσμια ομοσπονδία αναγνωρισμένη από τη Δ.Ο.Ε. 2. Η απόφαση της ειδικής αθλητικής αναγνώρισης ανακαλείται με αιτιολογημένη απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού. 3. Για να αναγνωρισθεί αυτοτελής ομοσπονδία αθλήματος ή κλάδου άθλησης που αποχωρίζεται από την ομοσπονδία στην οποία αρχικά είχε υπαχθεί, απαιτείται: α) Το άθλημα ή ο κλάδος άθλησης που αναπτύσσει η νέα ομοσπονδία να περιλαμβάνεται στο επίσημο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων. β) Να υπάρχει αντίστοιχη αυτοτελής παγκόσμια ομοσπονδία, αναγνωρισμένη από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή (Δ.Ο.Ε.), στην οποία και να υπάγεται διεθνώς το άθλημα ή ο κλάδος άθλησης. Αν το άθλημα ή ο κλάδος άθλησης, που καλλιεργεί η υπό αναγνώριση ομοσπονδία, περιλαμβάνεται στο επίσημο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων, απαιτείται επιπλέον να πληρούνται οι προϋποθέσεις συμμετοχής εκπροσώπου της στη σύνθεση της ολομέλειας της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, με ανάλογη εφαρμογή των κανόνων του καταστατικού χάρτη της Δ.Ο.Ε. γ) Να υπάρχουν σχετικές αποφάσεις των Δ Σ. ή των γενικών συνελεύσεων άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των σωματείων που επιδεικνύουν την κατά το καταστατικό της οικείας ομοσπονδίας αθλητική δραστηριότητα στο οικείο άθλημα ή κλάδο άθλησης, τα σωματεία αυτά να έχουν λάβει την κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος νόμου ειδική αθλητική αναγνώριση και ο συνολικός αριθμός τους να είναι τουλάχιστον είκοσι (20). Τα υπόλοιπα σωματεία του ίδιου αθλήματος ή του ίδιου κλάδου άθλησης, που δεν έλαβαν αποφάσεις για αποχώρηση από την ομοσπονδία αυτοδικαίως, διαγράφονται από αυτή και εντάσσονται στη νέα ομοσπονδία από τη σύστασή της, εκτός αν λάβουν αποφάσεις για τη μη ένταξή τους στη νέα ομοσπονδία, οπότε διαγράφονται από την αρχική ομοσπονδία ταυτόχρονα με τη σύσταση της νέας ομοσπονδίας. 4. Αν ο αριθμός των αθλητικών σωματείων ομοσπονδίας που καλλιεργεί το ίδιο άθλημα ή τον ίδιο κλάδο άθλησης και έχουν λάβει την ειδική αθλητική αναγνώριση περιορισθεί σε δεκαπέντε (15) και κάτω και εφόσον στην ομοσπονδία δεν υπάγεται άλλο άθλημα, το άθλημα ή ο κλάδος άθλησης που καλλιεργούν υπάγεται, με απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού, σε άλλη ομοσπονδία που νόμιμα λειτουργεί Ειδικά για τις αθλητικές ομοσπονδίες του γκολφ και του κρίκετ η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται, εφόσον ο αριθμός των σωματείων μελών περιορισθεί σε πέντε (5). 5. Ο αρμόδιος για τον αθλητισμό Υπουργός μπορεί με απόφασή του να υπαγάγει, σε ειδικά αναγνωρισμένη αθλητική ομοσπονδία, άθλημα ή κλάδο άθλησης για τον οποίο δεν υφίσταται ειδικά αναγνωρισμένη αθλητική ομοσπονδία, καθώς και άθλημα ή κλάδο άθλησης για την υπαγωγή του οποίου υφίσταται αμφισβήτηση».
Πραγματικά περιστατικά
Εν προκειμένω, πρόκειται για δύο διαφορετικές περιπτώσεις παράλληλης λειτουργίας δύο αθλητικών ομοσπονδιών για το ίδιο άθλημα ή κλάδο άθλησης ως εξής:
- Στην 1η περίπτωση υπήρχε για το άθλημα πρώτη αθλητική ομοσπονδία, της οποίας ανακλήθηκε η ειδική αθλητική αναγνώριση, και δεύτερη αθλητική ομοσπονδία, στην οποία υπήχθη το άθλημα μετά την ανάκληση της ειδικής αθλητικής αναγνώρισης της αρχικής. Παρ’ όλα αυτά, η πρώτη αθλητική ομοσπονδία συνέχισε να λειτουργεί μετά την ανάκληση της ειδικής αθλητικής αναγνώρισης και την υπαγωγή του αθλήματος στη δεύτερη αθλητική ομοσπονδία (ΠΠρΑθ 1571/2020, ΠΠρΚορ 70/2020 με εκκρεμούσα έφεση).
- στη 2η περίπτωση υπήρχε για το άθλημα πρώτη αθλητική ομοσπονδία, στην οποία υπήχθη το άθλημα, και δεύτερη αθλητική ομοσπονδία, η οποία ιδρύθηκε μετά την υπαγωγή του αθλήματος στην αρχή και συνέχισε να λειτουργεί (ΕφΑθ 504/2024, ΠΠρΑθ 1049/2021).
Κρίσεις δικαστηρίων
Τα δικαστήρια, με τις επίμαχες αποφάσεις τους, αφ’ ενός εμπλούτισαν τις αξιολογήσεις της προϋφιστάμενης συναφούς νομολογίας, αντιμετωπίζοντας ζητήματα όπως η σύγκρουση της ειδικής αθλητής αναγνώρισης από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και της αναγνώρισης από την οικεία παγκόσμια αθλητική ομοσπονδία, η σχέση ειδικής αθλητικής αναγνώρισης και υπαγωγής αθλήματος κλπ, και αφ’ ετέρου αντιμετώπισαν για 1η φορά το ζήτημα της αστικής ευθύνης στην περίπτωση συνέχισης λειτουργίας αθλητικής ομοσπονδίας για το ίδιο άθλημα παρά το γεγονός ότι δεν έχει ειδική αθλητική αναγνώριση, επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.
Τα σκεπτικά των αποφάσεων έχουν ειδικότερα ως εξής:
Οι διατάξεις των άρθρων 8, 17, 19, 20, 26, 27, 28, 31, 34, 43, 50, 56Β, 56Δ κλπ του ν. 2725/1999 συμβαδίζουν με το άρθρο 16 παρ. 9 του Συντάγματος, που αποτυπώνει το έντονο κρατικό ενδιαφέρον για τον ερασιτεχνικό αθλητισμό, καθώς αποσκοπούν στην ανάπτυξη και καλλιέργεια των διαφόρων αθλημάτων ή κλάδων άθλησης σε σοβαρές και υγιείς βάσεις, καθώς και στην διαφανή, χρηστή και αξιόπιστη διοίκηση των συναφών αθλητικών δραστηριοτήτων από την κάθε αθλητική ομοσπονδία, κεντρικό έργο της οποίας είναι η κατανομή των κρατικών επιχορηγήσεων στα σωματεία μέλη της. Επιπλέον, η σύσταση και αναγνώριση μιας μόνο υπερκείμενης ομοσπονδίας ανά άθλημα ή κλάδο άθλησης, επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος προς αποφυγή ίδρυσης πολλών ομοσπονδιών ανά άθλημα ή κλάδο άθλησης, πράγμα το οποίο θα επέφερε σύγχυση, δυσλειτουργία και δυσχέρεια άσκησης από τα αρμόδια κρατικά όργανα ορθής αθλητικής πολιτικής, αφού η υπάρχουσα ομοσπονδία είναι υπεύθυνη για την καλλιέργεια και ανάπτυξη του αθλήματος της αρμοδιότητας της. Παρέπεται ότι, εφόσον σε ένα άθλημα ή κλάδο άθλησης έχει συσταθεί ομοσπονδία από τα ασκούντα το άθλημα ή κλάδο αυτού σωματεία-μέλη αυτής, δεν επιτρέπεται να συσταθεί νέα άλλη ομοσπονδία από άλλα σωματεία, που έχουν ή δεν έχουν υπαχθεί στην πρώτη, με αντικείμενο την καλλιέργεια του ίδιου αθλήματος ή κλάδου αυτού. Εάν παρά ταύτα συσταθεί νέα δεύτερη ομοσπονδία, παρέχεται η δυνατότητα στην προϋφιστάμενη και λειτουργούσα άλλη ομοσπονδία να ζητήσει, ασκώντας ανακοπή κατ’ άρθρα 583, 586 και 787 παρ. 2 ΚΠολΔ, την ακύρωση της διαταγής (ή απόφασης) που δέχθηκε την αίτηση εγγραφής της δεύτερης ομοσπονδίας του ίδιου αθλήματος ή κλάδου άθλησης (ΕφΑθ 504/2024, ΠΠρΑθ 1049/2021, ΠΠρΑθ 1571/2020, ΠΠρΚορ 70/2020).
Οι διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 2 και 28 ν. 2725/1999 περί σύστασης και αναγνώρισης μίας μόνο υπερκείμενης ομοσπονδίας ανά άθλημα ή κλάδο άθλησης συνιστούν διατάξεις δημόσιας τάξης, υπό την έννοια του άρθρου 3 ΑΚ, ήτοι κανόνες αναγκαστικού δικαίου (leges cogentes), των οποίων η εφαρμογή δεν μπορεί να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση λόγω της, κατά κανόνα, εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος (ΠΠρΚορ 70/2020).
Η ανάκληση της ειδικής αθλητικής αναγνώρισης ομοσπονδίας και η ταυτόχρονη υπαγωγή του αθλήματος ή κλάδου άθλησης, που καλλιεργούσε ως τότε, σε άλλη νομίμως λειτουργούσα ομοσπονδία έχει την έννοια ότι η τελευταία διαθέτει πλέον την ειδική αθλητική αναγνώριση, προκειμένου να προβεί στην καλλιέργεια και ανάπτυξη του συγκεκριμένου αθλήματος ή κλάδου άθλησης, ασκώντας π.χ. τις προβλεπόμενες στα άρθρα 8 παρ. 1 στ. α΄ (χορήγηση βεβαίωσης σε αθλητικά σωματεία για την χορήγηση ειδικής αθλητικής αναγνώρισης), 17 παρ. 1 (γνωμοδότηση για την παροχή ειδικής αθλητικής αναγνώρισης σε αθλητική ένωση), 26 παρ. 7 (υιοθέτηση Κώδικα Δεοντολογίας), 27 (ψήφιση κανονισμών για την οργάνωση και τη διεξαγωγή του αθλήματος ή των αθλημάτων που υπάγονται σε αυτή), 34 παρ. 10 περ. β΄ (διοργάνωση Πανελλήνιων Αγώνων ή Πανελλήνιου Πρωταθλήματος), 44 παρ. 1, 5 (κατάρτιση κανονισμού διαιτησίας και θέσπιση κανονισμού λειτουργίας των οργάνων διαιτησίας του αθλήματος), 50 παρ. 1 (κατανομή των επιχορηγήσεων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού σε αθλητικά σωματεία και ενώσεις), 56Β (χορήγηση βεβαίωσης για την καταλληλότητα και την ασφάλεια των εν γένει αθλητικών εγκαταστάσεων) και 56Δ (διοργάνωση αθλητικών συναντήσεων ή ανάθεση ή έγκριση της διοργάνωσης από τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο) αρμοδιότητες. Άλλωστε, τούτο προκύπτει τόσο από την συστηματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 28 παρ. 4 του ν. 2725/1999, η οποία εντάσσεται στο τιτλοφορούμενο «ειδική αθλητική αναγνώριση» άρθρο 28 του ν. 2725/1999, ώστε η «υπαγωγή» να συνιστά έναν από τους ρυθμιζόμενους στο άρθρο αυτό τρόπους χορήγησης ειδικής αθλητικής αναγνώρισης, όσο και από την τελολογική ερμηνεία της, αφού σκοπός του νομοθέτη είναι η ομαλή και απρόσκοπτη συνέχιση της ανάπτυξης και καλλιέργειας του οικείου αθλήματος ή κλάδου άθλησης από την δεύτερη ομοσπονδία (ΠΠρΑθ 1571/2020, ΠΠρΚορ 70/2020).
Η πρώτη αθλητική ομοσπονδία, της οποίας ανακλήθηκε η ειδική αθλητική αναγνώριση για το άθλημα, δεν επιτρέπεται πλέον να συνεχίσει την καλλιέργεια του αθλήματος ή κλάδου άθλησης μετά την ανάκληση της ειδικής αθλητικής αναγνώρισης της, εφόσον ισχύει και σε αυτήν την περίπτωση η επιβαλλομένη από λόγους δημοσίου συμφέροντος αρχή της μιας μόνο υπερκείμενης ομοσπονδίας ανά άθλημα ή κλάδο άθλησης, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η ιδιότητα του μέλους σε υπερκείμενες υπερεθνικές ομοσπονδίες (π.χ. ευρωπαϊκές ή παγκόσμιες ομοσπονδίες), διότι οι αθλητικές ομοσπονδίες αποτελούν νομικά πρόσωπα (σωματεία), η ίδρυση και λειτουργία των οποίων ρυθμίζεται αποκλειστικώς από την εθνική έννομη τάξη, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο προαναφερόμενος σκοπός της ανάπτυξης και καλλιέργειας των διαφόρων αθλημάτων ή κλάδων άθλησης σε σοβαρές και υγιείς βάσεις. Τα προαναφερόμενα δεν αναιρούνται από την ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 2725/1999, διότι η υποχρέωση συμμόρφωσης «με τους ισχύοντες κανονισμούς της οικείας διεθνούς αθλητικής ομοσπονδίας» αφορά προφανώς τους γενικούς και αφηρημένους κανόνες, που αφορούν την οργάνωση και την διεξαγωγή του αθλήματος που αυτή καλλιεργεί σε διεθνές επίπεδο (πρβλ. το άρθρο 27 του ν. 2725/1999), και δεν έχουν την έννοια ότι μία υπερεθνική ομοσπονδία δύναται να επιβάλλει ένα συγκεκριμένο σωματείο - μέλος της ως αθλητική ομοσπονδία, αρμόδια για την καλλιέργεια και την ανάπτυξη του αθλήματος στην Ελλάδα (ΠΠρΑθ 1571/2020, ΠΠρΚορ 70/2020).
Το γεγονός ότι οι διεθνείς επίσημοι φορείς του αθλήματος αποδέχονται ως μόνο επίσημο φορέα την αθλητική ομοσπονδία που δεν έχει ειδική αθλητική αναγνώριση, ουδόλως αναιρεί τα ως άνω συμπεράσματα, καθότι μια υπερεθνική ομοσπονδία δεν δύναται να επιβάλει ένα συγκεκριμένο σωματείο ή νομικό πρόσωπο ως αθλητική ομοσπονδία αρμόδια για την καλλιέργεια και την ανάπτυξη του αθλήματος στην Ελλάδα, εφόσον οι αθλητικές ομοσπονδίες αποτελούν νομικά πρόσωπα, η ίδρυση και λειτουργία των οποίων ρυθμίζεται αποκλειστικώς από την εθνική έννομη τάξη, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο αναφερόμενος στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας σκοπός της ανάπτυξης και καλλιέργειας του εκάστοτε αθλήματος σε σοβαρές και υγιείς βάσεις (ΕφΑθ 504/2024, ΠΠρΑθ 1049/2021).
Στη δεύτερη αθλητική ομοσπονδία στην οποία υπάγεται το άθλημα μετά την ειδική αθλητική αναγνώριση της πρώτης αθλητικής ομοσπονδίας παρέχεται το δικαίωμα να προβεί σε τροποποίηση του καταστατικού της, ώστε να εντάξει το συγκεκριμένο άθλημα ή κλάδο άθλησης στους επιδιωκόμενους κατ` άρθρο 78 ΑΚ σκοπούς της, χωρίς να δύναται η πρώτη ομοσπονδία να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής που δέχεται την τροποποίηση, επειδή ακριβώς η αρχή της μιας μόνο υπερκείμενης ομοσπονδίας ανά άθλημα ή κλάδο άθλησης λειτουργεί - μετά την ανάκληση και υπαγωγή - υπέρ της δεύτερης ομοσπονδίας (ΠΠρΑθ 1571/2020, ΠΠρΚορ 70/2020).
Ο επιδιωκόμενος από την αθλητική ομοσπονδία χωρίς ειδική αθλητική αναγνώριση καταστατικός σκοπός και τα προβλεπόμενα στο καταστατικό της μέσα για την επίτευξη του, τυγχάνουν παράνομα, ως αντικείμενα στις προμνησθείσες διατάξεις του ν. 2725/1999 και στη δημόσια τάξη (ΕφΑθ 504/2024, ΠΠρΑθ 1049/2021, ΠΠρΚορ 70/2020).
Με τις ενέργειές της αυτές η αθλητική ομοσπονδία που δεν έχει ειδική αθλητική αναγνώριση, χωρίς να έχει λάβει την έγκριση της ενάγουσας ή οιανδήποτε αναγνώριση από τον αρμόδιο φορέα (Γενική Γραμματεία Αθλητισμού), επί της ουσίας υποκαθιστά την επίσημα αναγνωρισμένη σε εθνικό επίπεδο αθλητική ομοσπονδία στις αρμοδιότητες που σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2725/1999, ανατίθενται βάσει νόμου σε αυτήν ή προϋποθέτουν συμμετοχή και έγκρισή της, ήτοι διοργάνωση πρωταθλήματος, διεθνή εκπροσώπηση του αθλήματος και μετάκληση αλλοδαπών αθλητικών σωματείων και αθλητών, λήψη γνώσης της απόφασης χορήγησης της άδειας άσκησης επαγγέλματος προπονητή από την αρμόδια Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και καταχώριση στο μητρώο προπονητών που τηρεί για κάθε κλάδο άθλησης, λειτουργία των σχολών διαιτητών και τον ορισμό καθηγητών διαιτησίας στις σχολές αυτές, υποβολή πινάκων των εν ενεργεία διαιτητών για τους αγώνες των εθνικών κατηγοριών ή των μη εν ενεργεία διαιτητών στην οικεία αθλητική ομοσπονδία, ονομασία καθηγητών διαιτησίας και τη διενέργεια προαγωγικών εξετάσεων των διαιτητών εθνικών κατηγοριών και έγκριση για τη διοργάνωση αθλητικών αναμετρήσεων (ΕφΑθ 504/2024, ΠΠρΑθ 1049/2021, ΠΠρΚορ 70/2020).
Οι ανωτέρω αξιολογήσεις ισχύουν ακόμη και εάν η αθλητική ομοσπονδία που δεν έχει ειδική αθλητική αναγνώριση, ιδρύθηκε υπό άλλη νομική μορφή και δεν κατονομάζεται ρητά ως αθλητική ομοσπονδία, αλλά πάντως ασκεί de facto τις αρμοδιότητες που ανήκουν μόνο στην αθλητική ομοσπονδία με ειδική αθλητική αναγνώριση (ΕφΑθ 504/2024, ΠΠρΑθ 1049/2021).
Συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία γνωρίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα της αθλητικής ομοσπονδίας με ειδική αθλητική αναγνώριση ήδη από την έκδοση της σχετικής διοικητικής πράξης, προσεβλήθη παράνομα η προσωπικότητα της αθλητικής ομοσπονδίας με ειδική αθλητική αναγνώριση, επί τη βάσει της τρώσης της φήμης, της αξιοπιστίας, του κύρους και της υπόληψης της, δοθέντος και ότι, δεδομένης της προκληθείσας δυσλειτουργίας από την παράλληλη λειτουργία της εναγομένης, αδυνατεί να πραγματώσει τον καταστατικό της σκοπό, ήτοι να αναπτύξει και να οργανώσει το άθλημα σε όλη την επικράτεια, να εκπροσωπήσει τη χώρα σε διεθνείς αγώνες και να αποκρούσει αποτελεσματικά τις αυθαίρετες ενέργειες της εναγομένης. Σε άμεση δε αιτιώδη συνάφεια με την εν λόγω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης προκαλείται ηθική βλάβη στην ενάγουσα, επί τη βάσει της προπεριγραφείσας τρώσης δικαιωμάτων και εννόμων συμφερόντων της, προς αποκατάσταση της οποίας και εντός του διαγραφόμενου από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας πλαισίου, πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση (ΕφΑθ 504/2024, ΠΠρΑθ 1049/2021, ΠΠρΚορ 70/2020).
Ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού η ενάγουσα ειδικώς εξέθεσε ότι προσβλήθηκε η δραστηριότητά της, δια της προκληθείσας παραπλανητικής εντύπωσης ότι η εναγομένη κατέστη αποκλειστικά υπεύθυνη και αρμόδια για την καλλιέργεια, ανάπτυξη και οργάνωση του αθλήματος σε όλη την χώρα, που αποτελεί βλάβη με συγκεκριμένη υλική υπόσταση, ικανή να δικαιολογήσει την ηθική βλάβη του νομικού προσώπου της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, περαιτέρω, δε, εκτέθηκαν με σαφή και ορισμένο τρόπο και οι λοιπές συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας εκ μέρους της εναγομένης, συμπεριλαμβανομένων των περιστατικών που αναφέρονται στην υπαιτιότητά της (ΕφΑθ 504/2024).