Η εφαρμογή της αρχής της ισότητας στον αθλητισμό

Η γενική αρχή της (αναλογικής) ισότητας (égalité proportionnelle) γίνεται παγίως δεκτή και για τον έλεγχο της νομιμότητας και εγκυρότητας αποφάσεων φυσικών και νομικών προσώπων στον αθλητισμό (C. Dudognon/J.-P. Karaquillo, Dictionnaire juridique du sport, σελ. 140 επ., M. Maisonneuve, L’arbitrage des litiges sportifs, αρ. 909, S. Giummarra, Les droits fondamentaux & le sport, αρ. 58 επ., A. Rigozzi, L’arbitrage international en matière de sport, αρ. 1273). Η γενική αυτή αρχή βρίσκεται σε συστοιχία και με την αρχή της (αναλογικής) ισότητας ευκαιριών και ίσης μεταχείρισης των ομάδων και των αθλητών ως επί μέρους γενική αρχή της αθλητικής έννομης τάξης (για την αρχή αυτή βλ. F. Buy/J.-M. Marmayou/D. Poracchia/F. Rizzo, Droit du sport, αρ. 925 επ., G. Simon, Puissance sportive et ordre juridique étatique, σελ. 84, C. Dudognon/J.-P. Karaquillo, Dictionnaire juridique du sport, σελ. 142, S. Giummarra, Les droits fondamentaux & le sport, αρ. 57, ΔΕΚ απόφαση της 18.7.2006, C-519/04 P, Meca-Medina και Majcen κατά Επιτροπής, σκ. 43), που κατοχυρώνεται στο εισαγωγικό κεφάλαιο θεμελιώδεις αρχές του ολυμπισμού παρ. 6 του Ολυμπιακού Χάρτη, και με την αρχή της (αναλογικής) ισότητας ως επί μέρους γενική αρχή του δικαίου δημοσίων υπηρεσιών (για την εφαρμογή των αρχών των δημοσίων υπηρεσιών στον αθλητισμό βλ. G. Simon/C. Chaussard/P. Icard/D. Jacotot/C. de la Mardière/V. Thomas, Droit du sport, αρ. 568, Dalloz, Code du sport 2018 annoté & commenté, σελ. 96, CE απόφαση της 19.7.2010, 325892, CE απόφαση της 21.12.1994, 107574, CAA Paris απόφαση της 6.10.2011, 10PA01650), που κατοχυρώνεται στα άρθρα 23 παρ. 2, 26, 29 παρ. 3, 81, 101, 103 και 106 Σ (Στε ΠΕ 132/2010, ΣτΕ ΠΕ 44/2000, ΔΕφΑθ 1575/2014), και με την αρχή της ισότητας των δικαιωμάτων των μελών αθλητικών νομικών προσώπων σωματειακής μορφής (M. Baddeley, L’association sportive face au droit, Les limites de son autonomie, σελ. 109), που κατοχυρώνεται στο άρθρο 89 ΑΚ. Η γενική αυτή αρχή εφαρμόζεται και στις σχέσεις μεταξύ Κράτους και ιδιωτών και στις σχέσεις των ιδιωτών μεταξύ τους (ΔΕΕ απόφαση της 13.6.2019, C-22/18, TopFit και Biffi, σκ. 37, ΔΕΚ απόφαση της 16.12.1995, C-415/93, Bosman, σκ. 82, ΔΕΚ απόφαση της 12.12.1974, C-36/74, Walrave και Koch, σκ. 17). Η γενική αυτή αρχή ισχύει και εφαρμόζεται (π.χ. ακόμα και την κατά την επίλυση διαφορών με βάση κανόνες της αθλητικής έννομης τάξης) ανεξάρτητα από την εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων εθνικού δικαίου ή ενωσιακού δικαίου ή διεθνούς δικαίου περί ισότητας, επιρρωνύεται (κατά την επίλυση διαφορών με βάση κανόνες της κρατικής έννομης τάξης) με τη ρητή κατοχύρωσή της στο άρθρο 4 παρ. 1 Σ, στο άρθρο 18 ΣΛΕΕ (ΔΕΚ απόφαση της 16.10.1980, C-147/79, Hochstrass), στα άρθρα 20-25 ΧΘΔΕΕ, στο άρθρο 14 ΕΣΔΑ (A. Lewis/J. Taylor, Sport: Law and practice, αρ. G1.70 επ.) και στο 12ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο ΕΣΔΑ. Η γενική αυτή αρχή υπαγορεύει την όμοια μεταχείριση όμοιων καταστάσεων και την απαγόρευση των μη αντικειμενικώς δικαιολογημένων (βλ. Η. Κουβαρά σε Σ. Βλαχόπουλο, Θεμελιώδη δικαιώματα, §3, αρ. 3, ΔΕΕ απόφαση της 22.5.2014, C-356/12, σκ. 80, ΔΕΕ απόφαση της 16.10.2010, C-149/10, σκ. 64, ΔΕΕ απόφαση της 19.11.2009, C-402/07 και C-432/07, σκ. 48, ΔΕΚ απόφαση της 5.6.2008, C-164/07, σκ. 13) διακρίσεων λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, συμμετοχής σε εθνική μειονότητα, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης, π.χ. μεταξύ άλλων: - την όμοια αγωνιστική μεταχείριση σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ αθλητών υπηκόων κράτους-μέλους της ΕΕ ή κράτους-μη μέλους της ΕΕ που έχει όμως συνάψει με την ΕΕ συμφωνία εταιρικής σχέσης και συνεργασίας ή συμφωνία σύνδεσης (ΔΕΕ απόφαση της 13.6.2019, C-22/18, TopFit και Biffi, σκ. 67, ΔΕΚ απόφαση της 12.4.2005, C-265/03, Simutenkov, σκ. 38, ΔΕΚ απόφαση της 8.5.2003, C-438/00, Deutscher Handballbund, σκ. 55, ΔΕΚ απόφαση της 16.12.1995, C-415/93, Bosman, σκ. 129, ΔΕΚ απόφαση της 14.7.1976, C-13/76, Donà, σκ. 13) - την όμοια οικονομική επιβράβευση διακριθέντων αθλητών Εθνικών Ομάδων υπηκόων κράτους-μέλους της ΕΕ (ΔΕΕ απόφαση της 18.12.2019, C-447/18, Generálny riaditeľ Sociálnej poisťovne Bratislava, σκ. 53) - τη συμμετοχή αθλητών σε αθλητικούς αγώνες με όμοιο αγωνιστικό εξοπλισμό, που να μη παρέχει σε ένα διαγωνιζόμενο αγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι άλλου διαγωνιζόμενου (R. Bouniol, Droit de la concurrence et spectacle sportif, αρ. 480) - την όμοια αγωνιστική μεταχείριση ημεδαπών αθλητών, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσης της ιθαγένειας (αυτοδικαίως με τη γέννηση από ημεδαπό ή με πολιτογράφηση) (CE απόφαση της 20.1.1988, 55587) - την όμοια μεταχείριση αθλητών ως προς την αναγνώριση ρεκόρ, ανεξάρτητα από το φύλο τους (CE απόφαση της 4.2.1994, 109537) - την όμοια μεταχείριση διακριθέντων αθλητών ως προς τα προνόμιά τους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους (ΓνωμΝΣΚ 367/2013) - την όμοια μεταχείριση αθλητών ως προς τις μεταγραφές τους, ανεξάρτητα από αν εντάσσονται ή όχι στις Εθνικές Ομάδες (ΑΣΕΑΔ 83/2016) και ανεξάρτητα από την ηλικία τους (ΑΣΕΑΔ 30/2012) - την επιβολή όμοιας πειθαρχικής ποινής σε μέλη αθλητικών νομικών προσώπων για τα ίδια πειθαρχικά παραπτώματα (CAS συμβουλευτική γνώμη της 21.4.2006, 2005/C/976 και 2005/C/986, σκ. 137) - την επιβολή όμοιας πειθαρχικής ποινής σε αθλητές για παραβίαση των ίδιων κανόνων αντιντόπινγκ, ανεξάρτητα από το άθλημα στο οποίο επιδίδονται (CAS απόφαση της 19.4.2012, 2011/A/2615 και 2011/A/2618, σκ. 33) - τη θέσπιση ίδιας ακριβώς περιόδου μεταγραφών ημεδαπών και αλλοδαπών αθλητών (ΔΕΚ απόφαση της 13.4.2000, C-176/96, Lehtonen, σκ. 58) - τη θέσπιση των ίδιων ακριβώς προθεσμιών προσβολής αποφάσεων για καθένα από τα εμπλεκόμενα μέρη μιας υπόθεσης (CAS απόφαση της 18.6.2009, 2008/A/1705, σκ. 23, CAS απόφαση της 5.2.2009, 2008/A/1471 και 2008/A/1486, σκ. 7). Περαιτέρω, η γενική αυτή αρχή υπαγορεύει την ανάλογη μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων, δηλαδή την ανόμοια μεταχείρισή τους τόσο, όσο τούτο ανταποκρίνεται στο μέτρο της ανομοιότητάς τους (βλ. CAS απόφαση της 29.11.2013, 2013/A/3297, σκ. 8.39: «the principle of equal treatment is violated only when two similar situations are treated differently», CAS απόφαση της 16.4.2008, 2008/O/1455, σκ. 41: «equality principle allows unequal treatment of different situations, as long as such treatment is reasonable and justifiable»), π.χ. μεταξύ άλλων: - την κάμψη της αρχής της όμοιας αγωνιστικής μεταχείρισης αθλητών υπηκόων κράτους-μέλους της ΕΕ σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ και την αποδοχή συγκρότησης Εθνικών Ομάδων κάθε κράτους-μέλους της ΕΕ μόνο από ημεδαπούς αθλητές (ΔΕΚ απόφαση της 12.4.2005, C-265/03, Simutenkov, σκ. 38, ΔΕΚ απόφαση της 8.5.2003, C-438/00, Deutscher Handballbund, σκ. 53, ΔΕΚ απόφαση της 16.12.1995, C-415/93, Bosman, σκ. 128, ΔΕΚ απόφαση της 14.7.1976, C-13/76, Donà, σκ. 14, πρβλ. ΔΕΕ απόφαση της 13.6.2019, C-22/18, TopFitκαι Biffi, σκ. 51 επ.) - την αποδοχή συμμετοχής ομάδας από αγωνιστική κατηγορία με υψηλότερο αγωνιστικό επίπεδο (π.χ. πιο υψηλό αγωνιστικό επίπεδο καλαθοσφαίρισης στην Ευρώπη σε σχέση με την Ωκεανία) σε συγκεκριμένους αγώνες με wild card, κατ’ απόκλιση από τη συνήθη διαδικασία πρόκρισης, εφ’ όσον καθιερώνονται εκ των προτέρων συγκεκριμένες προϋποθέσεις και διαδικασία για την απονομή της wild card (Dalloz, Code du sport 2018 annoté & commenté, σελ. 97, CE απόφαση της 9.6.2017, 400488, CAS απόφαση της 16.4.2008, 2008/O/1455, σκ. 41). Σε κάθε περίπτωση πάντως, η αρχή nemini dolus alienus prodesse debet εισάγει και στον αθλητισμό απαγόρευση να ωφεληθεί κάποιος, π.χ. επικαλούμενος την αρχή της ισότητας, από παράνομη ή δόλια συμπεριφορά άλλου προσώπου (ΑΣΕΑΔ 80/2017, CAS απόφαση της 6.3.2009, 2008/A/1485, σκ. 50). Σημειωτέον ότι η συνθετική ανάγνωση και συστηματική εφαρμογή της αρχής της (αναλογικής) ισότητας όλων των υπηκόων κρατών-μελών της ΕΕ, που κατοχυρώνεται στην κρατική έννομη τάξη (π.χ. στο άρθρο 18 ΣΛΕΕ), και της αρχής της (αναλογικής) ισότητας ευκαιριών και ίσης μεταχείρισης των ομάδων και των αθλητών, που κατοχυρώνεται στην αθλητική έννομη τάξη (π.χ. στον Ολυμπιακό Χάρτη), καθιστούν επιβεβλημένη την επανεξέταση της in concreto επάρκειας και ορθότητας της γενικής αρχής της μη υποχρέωσης ίσης μεταχείρισης από το ενωσιακό δίκαιο υπηκόων κρατών-μη μελών της ΕΕ (για την αρχή αυτή βλ. Α. Σκουλίκη σε Β. Χριστιανό, Συνθήκη ΕΕ & ΣΛΕΕ, άρθρο 18, αρ. 13, ΔΕΚ απόφαση της 5.6.1997, C-64/96, Land Nordrhein-Westfalen, σκ. 23-24), ιδίως ως προς φυσικά πρόσωπα με νόμιμη διαμονή. Πράγματι, τυχόν αποδοχή δικαιώματος συμμετοχής σε εθνικά πρωταθλήματα μόνο αθλητών υπηκόων κρατών-μελών της ΕΕ και όχι αθλητών υπηκόων κρατών-μη μελών της ΕΕ με νόμιμη όμως διαμονή φαίνεται να δημιουργεί αδικαιολόγητες κοινωνικές, αγωνιστικές και οικονομικές στρεβλώσεις και να παραγνωρίζει την ομολογημένη από την ίδια την ΕΕ κοινωνική σημασία του αθλητισμού (βλ. δήλωση 29 στη Συνθήκη του Άμστερνταμ: «Η διάσκεψη τονίζει την κοινωνική σημασία του αθλητισμού, και δη το ρόλο του στη διαμόρφωση ταυτότητας και στην προσέγγιση των ανθρώπων», βλ. επίσης ΔΕΕ απόφαση της 13.6.2019, C-22/18, TopFit και Biffi, σκ. 33, ΔΕΚ απόφαση της 15.12.1995, C-415/93, Bosman, σκ. 106, ΔΕΚ απόφαση της 13.4.2000, C-176/96, Lehtonen, σκ. 33) και συμβολή του στη δημιουργία και εδραίωση δεσμών αλλοδαπών αθλητών με τα κράτη στα οποία έχουν μετακομίσει και διαμένουν (ΔΕΕ απόφαση της 13.6.2019, C-22/18, TopFit και Biffi, σκ. 34).