Η εφαρμογή της αρχής της αμεροληψίας στον αθλητισμό

Η γενική αρχή της αμεροληψίας (impartialité) γίνεται παγίως δεκτή και για τον έλεγχο της νομιμότητας και εγκυρότητας αποφάσεων φυσικών και νομικών προσώπων στον αθλητισμό (Dalloz, Code du sport 2018 annoté et commenté, σελ. 77, X. Haili, Impartialité subjective et commission de discipline de la ligue de football professionnel, CDS 51, 10, G. Rabu, L’impartialité dans le contrôle de gestion des clubs professionnels, CDS 32, 12, ΕΔΔΑ απόφαση της 28.1.2020, 30226/10, 17880/11, 17887/11, 17891/11, 5506/16, Ali Riza και λοιποί κατά Τουρκίας, σκ. 218-223, ΑΣΕΑΔ 78/2012, CE απόφαση της 27.10.1999, 196251, CAA Nancy απόφαση της 11.4.2011, 10NC00542, ΤΑ Paris απόφαση της 12.3.2019, 1801752/6-2). Η γενική αυτή αρχή συνέχεται με τη γενική δικαιοηθική αρχή nemo iudex in causa sua, η οποία εισάγει την απαγόρευση να είναι κάποιος δικαστής δικής του υπόθεσης (CAS απόφαση της 8.12.2014, 2014/A/3630, σκ. 110, CAS απόφαση της 15.6.2011, 2010/A/2162, σκ. 10), και αποτελεί ειδική έκφραση της γενικής αρχής του κράτους δικαίου, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 Σ (Ι. Μαθιουδάκης, Η αρχή της αμεροληψίας της διοίκησης, αρ. 38-39, ΣτΕ 2243/2011, ΣτΕ 894/2007, ΣτΕ 664/2006), και της γενικής δικαιοηθικής αρχής της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, που κατοχυρώνονται στα άρθρα 178, 200, 281, 288 και 388 ΑΚ (F. Buy/J.-M. Marmayou/D. Poracchia/F. Rizzo, Droit du sport, αρ. 301). Η γενική αυτή αρχή κατοχυρώνεται επιπλέον ρητά και στο άρθρο 7 του ν. 2690/1999, το οποίο σύμφωνα με τα άρθρα 7 παρ. 1 και 50 παρ. 1 του ν. 4325/2015, εφαρμόζεται από 12.5.2015 και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό άνω του 50% του ετήσιου προϋπολογισμού τους (π.χ. για την πλειονότητα των εθνικών αθλητικών ομοσπονδιών), ακόμα και αν αυτά δεν αποτελούν διφυή νομικά πρόσωπα, δηλαδή δεν ασκούν δημόσια εξουσία (Β. Σταματάκη σε Β. Γκέρτσο/Ε. Πρεβεδούρου/Δ. Πυργάκη, Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας, άρθρο 1, αρ. 12). Η γενική αυτή αρχή κατοχυρώνεται επίσης ρητά και στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, το οποίο εφαρμόζεται και για τις αποφάσεις οργάνων αθλητικών νομικών προσώπων, που καθιερώνονται με νόμους ή κανονισμούς ως αποκλειστικώς αρμόδια όργανα για επίλυση διαφορών σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις αστικής φύσης, π.χ. το δικαίωμα έκδοσης αθλητικού δελτίο αθλητή για λογαριασμό ενός ή άλλου αθλητικού σωματείου, το δικαίωμα μεταγραφής αθλητή σε άλλο αθλητικό σωματείο, την υποχρέωση καταβολής ποινικής ρήτρας για πρόωρη λήξη σύμβασης, τον πειθαρχικού χαρακτήρα υποβιβασμό διαιτητή σε χαμηλότερη αγωνιστική κατηγορία κ.λπ. (ΕΔΔΑ απόφαση της 28.1.2020, 30226/10, Ali Riza και λοιποί κατά Τουρκίας, σκ. 158-161, 171-181, 218-223). Η γενική αυτή αρχή βρίσκει περαιτέρω έρεισμα στη γενική αρχή της απαγόρευσης λήψης απόφασης υπό καθεστώς σύγκρουσης συμφερόντων, η οποία κατοχυρώνεται σε επί μέρους διατάξεις τόσο ενωσιακού (άρθρα 3 και 29 της Οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, 2 και 45 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, 18, 41, 56 και 57 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ) και εθνικού (π.χ. άρθρα 66 και 98 ΑΚ) κοινού δικαίου όσο και ειδικού αθλητικού δικαίου (π.χ. άρθρα 4 παρ. 2, 13 παρ. 4 και 22 παρ. 3 του ν. 2725/1999). Η γενική αυτή αρχή αφορά και το όργανο που λαμβάνει την απόφαση και το όργανο που εισηγείται/προτείνει τη λήψη απόφασης (ΣτΕ 1687/2015, ΣτΕ 4928/2013, ΣτΕ ΕπΑν 245/2011, ΣτΕ 150/2011, ΣτΕ ΕπΑν 1041/2010, ΣτΕ 1951/2008, ΣτΕ 421/2007, ΣτΕ 3159/2006, ΣτΕ ΕπΑν 882/2006, ΣτΕ ΕπΑν 506/2003, ΣτΕ 3859/2002, ΣτΕ 3598/1987), τυχόν δε πλημμέλειες απόφασης, γνώμης ή πρότασης γνωμοδοτικού οργάνου, συμπεριλαμβανομένων προφανώς και των πλημμελειών από παραβίαση της γενικής αρχής της υποχρέωσης αμεροληψίας, εξετάζονται και κατά την κρίση της εγκυρότητας της απόφασης του αποφασίζοντος οργάνου, που ενέκρινε και επικύρωσε αυτή την απόφαση, γνώμη ή πρόταση γνωμοδοτικού οργάνου, και επιφέρουν ακύρωση της απόφασης του αποφασίζοντος οργάνου (ΣτΕ 1270/2014, ΣτΕ 964/2002, ΣτΕ 972/1998, ΣτΕ 4340/1996). Η γενική αυτή αρχή υπαγορεύει και για τα φυσικά και νομικά πρόσωπα στον αθλητισμό να απέχει κάποιος από τη λήψη απόφασης ή την παροχή γνώμης ή πρότασης, όταν η ικανοποίηση προσωπικού του συμφέροντος συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης ή έχει ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερόμενους είναι δυνατόν να δημιουργηθεί εύλογα υπόνοια μεροληψίας ένεκα του ότι έχει ήδη προκατειλημμένη γνώμη για την υπόθεση ή το πρόσωπο που πρόκειται να κρίνει, τυχόν δε συμμετοχή ενός προσώπου κατά παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας οδηγεί σε ακυρότητα της απόφασης που λαμβάνεται εξαιτίας κακής σύνθεσης λόγω του τεκμηρίου επηρεασμού του που δημιουργείται, έστω και αν δεν αποδεικνύεται ότι η πράξη αυτή υπήρξε πραγματικά μεροληπτική και χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη οποιασδήποτε αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμμετοχής ενός προσώπου και του τελικού αποτελέσματος της ψηφοφορίας (ΣτΕ 2251/2013, ΣτΕ 4928/2013, ΣτΕ 640/2011, ΣτΕ 3370/2007, ΣτΕ 3720/2006, ΣτΕ 664/2006, ΣτΕ 2663/1998, ΣτΕ 3724/1995). Στο πλαίσιο αυτό, η γενική αρχή της αμεροληψίας υπαγορεύει μεταξύ άλλων: - να μη συμμετέχει σε διαιτητικό έργο οποιουδήποτε αθλήματος πρόσωπο που είναι μέλος διαγωνιζόμενης ομάδας (G. Simon/C. Chaussard/P. Icard/D. Jacotot/C. de la Mardière/V. Thomas, Droit du sport, αρ. 394: «son indépendance et son impartialité à l’egard des sportifs et des clubs participants sont des exigences qui le placent nécessairement en dehors d’affrontement compétitif», C. Dudognon/J.-P. Karaquillo, Dictionnaire juridique du sport, σελ. 29: «arbitre de jeu définition: tiers impartial») - να μη συμμετέχει στη λήψη απόφασης για συγκεκριμένο ζήτημα πρόσωπο, που είχε προβεί πριν τη συνεδρίαση για τη λήψη απόφασης σε δημόσια δήλωση σε εφημερίδα για το συγκεκριμένο ζήτημα (CE απόφαση της 27.10.1999, 196251, ΤΑ Paris απόφαση της 12.3.2019, 1801752/6-2) - να μη συμμετέχει στη λήψη απόφασης για επιβολή πειθαρχικής ποινής πρόσωπο που έχει ήδη ιδία αντίληψη για φερόμενο πειθαρχικό παράπτωμα (CAA Nancy απόφαση της 11.4.2011, 10NC00542) - να μη συμμετέχει στη λήψη απόφασης για επιβολή πειθαρχικής ποινής ο καταγγέλλων το φερόμενο πειθαρχικό παράπτωμα (ΑΣΕΑΔ 78/2012), να μη σωρεύονται στο ίδιο αθλητικό όργανο η εξουσία κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας (fonction de poursuite) και η εξουσία λήψης απόφασης για επιβολή πειθαρχικής ποινής (fonction de jugement) (CC απόφαση της 2.2.2018, 2017-688) - να μην έχει το Διοικητικό Συμβούλιο αθλητικής ομοσπονδίας, το οποίο διαθέτει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των μελών των δικαιοδοτικών και διαιτητικών οργάνων της ομοσπονδίας, δομική ανισότητα (structural inequality) μεταξύ εκπροσώπων ομάδων και αθλητών, δηλαδή να μην απαρτίζεται από πολύ περισσότερους εκπροσώπους των ομάδων σε σχέση με τους εκπροσώπους των αθλητών, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει στην έκδοση αποφάσεων υπέρ των ομάδων και όχι υπέρ των αθλητών (ΕΔΔΑ απόφαση της 28.1.2020, 30226/10, 17880/11, 17887/11, 17891/11, 5506/16, Ali Riza και λοιποί κατά Τουρκίας, σκ. 218-220) και - να μη διορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο αθλητικής ομοσπονδίας και τα μέλη του οργάνου που εκδίδει μια απόφαση και τα μέλη άλλου οργάνου που ελέγχει αυτήν την απόφαση (ΕΔΔΑ απόφαση της 28.1.2020, 30226/10, 17880/11, 17887/11, 17891/11, 5506/16, Ali Riza και λοιποί κατά Τουρκίας, σκ. 221-222).