Αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας 587/111/26.7.2016 (άρθρου 66 του ν. 4410/2016)

26.8.2016

Με την παράγραφο 1 της παρούσας τροπολογίας επιχειρείται μεταβολή προς το ορθολογικότερο και αποτελεσματικότερο της σύνθεσης μιας ιδιαιτέρως σημαντικής για τον επαγγελματικό αθλητισμό Επιτροπής, που εποπτεύεται, ως προς τα διοικητικά θέματα, από τον αρμόδια για τα θέματα αθλητισμού Υπουργό.

Ακόμη δε ειδικότερα σκοπείται η αντιμετώπιση δυσλειτουργιών της εν λόγω Επιτροπής, που επανειλημμένα και ολοένα συχνότερα παρατηρούνται, κατά μείζονα λόγο εξαιτίας της απροθυμίας ή και της ανυπαρξίας προσώπων να αποδεχθούν τη συμμετοχή τους στην Επιτροπή και πλέον συγκεκριμένα στη θέση του Προέδρου και του αναπληρωτή του, καθώς και σε αυτή του μέλους με την ιδιότητα του Καθηγητή ΑΕΙ. Ως συνέπεια αυτών, η κανονική λειτουργία της Επιτροπής καθίσταται αδύνατη λόγω ελλείψεως νόμιμης σύνθεσης και γενικώς παρακωλύεται, κατά τρόπο και σε βαθμό τέτοιο που τελικώς να μην εκπληρώνεται αποτελεσματικά το έργο της, σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη και την προσδοκία της πολιτείας και της αθλητικής κοινωνίας.

Με την παράγραφο 2 της παρούσας τροπολογίας αποσαφηνίζεται το ζήτημα της επιβράβευσης μιας νίκης, η οποία θεωρείται εξαιρετική διάκριση και καθορίζεται ότι τα αθλήματα στα οποία διακρίθηκαν οι αθλητές πρέπει να είναι αυτά που περιγράφονται στο επίσημο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων, των Παραολυμπιακών Αγώνων, των Ολυμπιακών Αγώνων Κωφών και της Σκακιστικής Ολυμπιάδας και όχι άλλης μορφής είδους ή κατηγορίας.

Με την παράγραφο 3 της παρούσας τροπολογίας και στο πλαίσιο της προσπάθειας της πολιτείας για την αντιμετώπιση της βίας στον αθλητισμό, ήδη από πολλών ετών και με σειρά νομοθετημάτων (Ν. 3057/02, Ν. 3262/04, Ν. 3372/05, Ν. 3708/08, Ν. 4049/12, Ν. 4326/15) εισήχθησαν διατάξεις με τις οποίες καθιερώθηκαν συστήματα ηλεκτρονικής εποπτείας, ηλεκτρονικού ονομαστικού εισιτηρίου και κάρτας φιλάθλου, ενώ εξάλλου εισήχθησαν ευρείες εξουσιοδοτικές διατάξεις προς έκδοση κανονιστικών αποφάσεων (π.δ., κ.υ.α.), ώστε να ρυθμιστεί κάθε θέμα αναγκαίο και πρόσφορο για την αποτελεσματική υλοποίηση και συνδυασμένη λειτουργία των εν λόγω συστημάτων.

Η εφαρμογή όμως των ανωτέρω συστημάτων, καταρχάς καθυστέρησε υπερβολικά και εν συνεχεία ματαιώθηκε, με την επίκληση διαφόρων κωλυμάτων που κατά καιρούς προβλήθηκαν, είτε από ομάδες και πρόσωπα, είτε ακόμη και από τις διοργανώτριες αρχές. Πλέον δε ειδικότερα, ως προς την έκδοση κάρτας φιλάθλου και της παράλληλης χρήσης αυτής με το ονομαστικό και αριθμημένο εισιτήριο, επισημαίνεται ότι η σχετική πρόβλεψη ουδέποτε λειτούργησε.

Έχει γίνει πλέον σαφές ότι, προκειμένου να συλλειτουργήσουν και να αποδώσουν τα συστήματα ηλεκτρονικής εποπτείας-ηλεκτρονικού ονομαστικού εισιτηρίου και κάρτας φιλάθλου στον προσδοκώμενο βαθμό και μέτρο και να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, καθώς επίσης και αν εμπεδωθεί στην πράξη η καλή και ομαλή λειτουργία τους, θεωρείται κατ’ αρχήν επιβεβλημένη η έκδοση κάρτας φιλάθλου, ως μέσο έγκαιρου και έγκυρου ελέγχου και ταυτοποίησης των στοιχείων του φιλάθλου που εισέρχεται σε γήπεδα και εν γένει αθλητικές εγκαταστάσεις.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι έως τώρα εμπειρία στο θέμα διάθεσης/αγοράς και λειτουργίας του συστήματος του ονομαστικού και αριθμημένου εισιτηρίου, στο παρόν μεταβατικό -ακόμη- στάδιο και χωρίς την εφαρμογή της κάρτας φιλάθλου, διαπιστώθηκαν από το σύνολο των εμπλεκομένων και ενδιαφερόμενων φορέων ή προσώπων (ομάδες, διοργανώτριες αρχές, φίλαθλοι), δυσλειτουργίες και παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητα φαινόμενα, που αποτελούν ανασχετικούς και αποτρεπτικούς για την προσέλευση των φιλάθλων σε αθλητικές εκδηλώσεις παράγοντες. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρονται δεδομένα όπως:

- Αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου και ταυτοποίησης των προσώπων από τους απασχολούμενους στα εκδοτήρια και στις εισόδους των γηπέδων

- Έλλειψη ικανού και αναγκαίου προς τον ανωτέρω σκοπό χρόνου

- Δημιουργία συνωστισμού, ουρών και συνακόλουθη πρόκληση αταξίας, εντάσεων και κινδύνων για την ασφάλεια των φιλάθλων

- Υπερβολική καθυστέρηση ή ακόμη και ματαίωση της εισόδου φιλάθλων στους αθλητικούς χώρους, εξαιτίας της αυτόδηλης πραγματικής αδυναμίας των απασχολούμενων στα εκδοτήρια αθλητικών εγκαταστάσεων/γηπέδων (ιδιαίτερα δε όσων διαθέτουν μεγάλη χωρητικότητα), κατ’ αρχάς να παραλαμβάνουν, ελέγχουν και επαληθεύουν προσωπικά στοιχεία (όπως τον Α.Μ.Κ.Α.) των προσερχομένων, εν συνεχεία δε να εκδίδουν το εισιτήριο εγκύρως και εγκαίρως, δηλαδή πριν από την έναρξη του αθλητικού γεγονότος.

Τα προβλήματα αυτά είναι αναμφίλεκτα ότι δεν ανέκυπταν στην περίπτωση, ή αλλιώς στο θεωρητικό -πλέον- ενδεχόμενο, που καθίστατο ευθύς εξαρχής εφικτή η ταυτόχρονη λειτουργία ονομαστικού/αριθμημένου εισιτηρίου και κάρτας φιλάθλου.

Επομένως, η χρήση της κάρτας φιλάθλου διατηρεί τη δική της ξεχωριστή σημασία και αυτοτελή αξία, ακριβώς διότι μόνον αυτή σε συνδυασμό με το ονομαστικό/αριθμημένο εισιτήριο μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά προς εκπλήρωση του επιδιωκόμενου σκοπού, καθόσον σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι στο ενδεχόμενο μη χρήσης κάρτας, αποβαίνει εκ των πραγμάτων ανεπαρκής και αδύνατη η κανονική και απρόσκοπτη λειτουργία του όλου συστήματος, αναιρείται έτσι ουσιαστικά ο σκοπός και ματαιώνεται το προσδοκώμενο αποτέλεσμα.

Εξάλλου, η εισαγωγή και εφαρμογή αυτής αποτελεί αναγκαίο, κατάλληλο και ανάλογο μέτρο για τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και της ασφάλειας στις αθλητικές εγκαταστάσεις και για την πρόληψη, διερεύνηση, διακρίβωση και δίωξη πράξεων και αδικημάτων βίας με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις.

Επιβάλλεται, άλλωστε, να τονιστεί ότι κυρίαρχο σκοπό της Πολιτείας δεν συνιστά μόνον η τιμωρία των υπαιτίων επεισοδίων, αλλά πολύ περισσότερο η προστασία της συντριπτικής πλειοψηφίας των φιλάθλων, η δημιουργία συνθηκών ειρήνης και ομαλής διεξαγωγής των αγώνων, η διαφύλαξη της τάξης και η ενίσχυση της ασφάλειας στις αθλητικές εγκαταστάσεις.

Αναφορικά δε με ζητήματα νομιμότητα και συνταγματικότητας επισημαίνεται ότι:

Η εφαρμογή στην πράξη του συστήματος ηλεκτρονικής εποπτείας για πρώτη φορά και η εμπειρία που σχετικώς αποκομίστηκε, μετά την πάροδο ετών από την αρχική εισαγωγή και την αποτυχία λειτουργίας του, κατέδειξε πλέον με τον πιο ευκρινή τρόπο την αναγκαιότητα της έκδοσης και χρήσης του μέσου της κάρτας, πέραν βεβαίως του αναμφίλεκτου γεγονότος ότι τα κρούσματα βίας βαίνουν επιδεινούμενα και ανεξέλεγκτα, εμφανίζονται δε όλο και συχνότερα, υπό ποικίλες μορφές και σε ένταση και έκταση τέτοια, που τίθενται σε υψηλή διακινδύνευση προστατευτέα αγαθά, όπως αυτά της ασφάλειας, της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των πολιτών.

Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ευρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με τις οικείες συνταγματικές διατάξεις, την ισχύουσα αθλητική και περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα νομοθεσία, συναφώς δε σημειώνεται ότι εισάγονται κατά συμμόρφωση και προσαρμογή με επισημάνσεις, υποδείξεις και παρατηρήσεις σχετικής γνωμοδότησης (7/2015) της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Ακόμη ειδικότερα, έχουν ληφθεί υπόψη αρχές δικαίου που αφορούν στη σχέση των δεδομένων τα οποία αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας προς τον σκοπό της συλλογής και περαιτέρω επεξεργασίας, στις ρυθμίσεις για την ενημέρωση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και στα όρια τα οποία τίθενται στη χρήση των δεδομένων, ως αρχές συνάδουσες με αυτή της αναλογικότητας.

Στην προκείμενη περίπτωση, εξάλλου, τηρούνται οι αρχές του σκοπού της επεξεργασίας και της αναγκαιότητας και προσφορότητας των δεδομένων, σε σχέση με το σκοπό της επεξεργασίας, δοθέντος ότι, όπως αναλυτικότερα προαναφέρεται, δίχως την αποτύπωση στοιχείων που καθιστούν εφικτό το έργο των αρμοδίων αρχών και οργάνων, θα καθίστατο εξαιρετικά δυσχερής έως και αδύνατη η καλή λειτουργία των συστημάτων και η ταυτοποίηση των εισερχομένων στους αθλητικούς χώρους προσώπων.

Περαιτέρω, με την καθιέρωση του εν λόγω μέτρου, ουδέν ζήτημα υπέρμετρου περιορισμού της ελευθερίας και δυσανάλογων εμποδίων για την παρακολούθηση αθλητικών εκδηλώσεων εγείρεται, καθόσον η κάρτα φιλάθλου, δεδομένης της εξαιρετικά ευχερούς και απλής διαδικασίας που προβλέπεται για την έκδοσή της και με την απαραίτητη προς τούτο επίδειξη/κατάθεση στοιχείων που ομοίως και για την έκδοση ονομαστικού/αριθμημένου εισιτηρίου ορίζονται ως αναγκαία (Ταυτότητα ή Άδεια Διαμονής και Α.Μ.Κ.Α., ως μοναδικός αριθμός που αποκτούν και διατηρούν όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες ανεξαρτήτως ηλικίας στην οποία βρίσκονται) και των οποίων η ασφάλεια και η σύννομη διατήρηση διασφαλίζονται απολύτως, δεν μπορεί να λογιστεί ως αντικείμενη στις βασικές αρχές της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ισότητας.

Μοναδικό στοιχεία που προστίθεται, ως απαιτούμενο κατά τη διαδικασία έκδοσης της κάρτας ύστερα από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου, αποτελεί η κατάθεση φωτογραφίας του προσώπου, γεγονός το οποίο ασφαλώς και δεν δυσχεραίνει κατά τρόπο υπερβολικό και αδικαιολόγητο την όλη διαδικασία, σε βαθμό τέτοιο που να καθιστά την ολοκλήρωσή της προβληματική ή ανέφικτη, απεναντίας δε συντελεί δραστικά στην αντιμετώπιση έκνομων συμπεριφορών και φαινομένων βίας και συμβάλλει αποφασιστικά στη διαφύλαξη κυρίαρχων έννομων αγαθών, κατά το μέρος που διευκολύνεται ο εντοπισμός και η ταυτοποίηση των υπαιτίων από τις αρμόδιες αρχές.

Εξάλλου, τόσο η ασφάλεια, όσο και η σύννομη διατήρηση και επεξεργασία αυτών των στοιχείων είναι απολύτως διασφαλισμένη και τελεί υπό την ανώτατη εποπτεία του κράτους.

Τέλος, σχετικά με την αποτύπωση δεδομένων άλλων ευρωπαϊκών χωρών, οι προτεινόμενες διατάξεις λαμβάνουν υπόψη καλές πρακτικές άλλων χωρών, που έχουν εγκαταστήσει και προωθήσει προς εφαρμογή παρόμοια ή ανάλογα συστήματα, καθώς και απόψεις ειδικών, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η αποδοτικότητα του συστήματος. Σε κάθε περίπτωση, με την ορθή ανάγνωση όσων ισχύουν σε ευρωπαϊκές χώρες, επιχειρείται η ορθή προσομοίωση εφαρμογής του μέτρου, όπως αυτό ήδη από ετών βρίσκει εφαρμογή σε ευρωπαϊκά κράτη, υπό ποικίλες ονομασίες και μορφές.

Με την παράγραφο 4 της τροπολογίας εντοπίζεται ότι προβλήματα τα οποία κατά κοινή ομολογία διαπιστώνονται στο χώρο του επαγγελματικού αθλητισμού (εντονότερα και συχνότερα στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο) και της εντός του χώρου αυτού λειτουργίας των Αθλητικών Ανωνύμων Εταιρειών εκδηλώνονται κατά μείζονα λόγο με την εδραίωση καθεστώτος αδιαφάνειας, μη τήρησης κανόνων και μη εκπλήρωσης υποχρεώσεων, υπερχρέωσης και εν γένει ανομίας στη δράση των ομάδων των Α.Α.Ε. και των διοικούντων ή μετόχων αυτών, όλα δε τούτα υπό την ενίοτε ανοχή ή την αδυναμία της πολιτείας να επιβάλλει τη νομιμότητα και να προστατεύσει το δημόσιο συμφέρον.

Σε αυτό το γεγονός έχει αναμφίλεκτα συντελέσει και το μέχρι σήμερα κανονιστικό πλαίισο αναφορικά με τις περιπτώσεις στις οποίες για διάφορους λόγους τίθενται σε εκκαθάριση οι Α.Α.Ε., το οποίο χαρακτηρίζεται ως άτολμο, ασαφές και ανεπαρκές, σε κάθε δε περίπτωση αναποτελεσματικό σε σχέση με τον έλεγχο και την ορθή λειτουργία των αθλητικών εταιρειών που πρέπει να αποτελεί κύριο μέλημα της ρυθμιστικής παρέμβασης της πολιτείας στον τομέα του αθλητισμού, ιδιαιτέρως δε λαμβανομένων υπόψη των σύγχρονων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών.

Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις επιχειρείται η αντιμετώπιση της συγκεκριμένης παθογένειας στο χώρο του ελληνικού αθλητισμού, με τρόπο πλήρη και δραστικό, ενώ καθορίζονται και τα όρια ή αλλιώς το πλαίσιο μιας υγιούς επιχειρηματικής δράσης, ώστε να εξισορροπείται αφ’ ενός η ανάγκη «επιβίωσης» και οικονομικής εξυγίανσης Α.Α.Ε., οι ομάδες των οποίων ενδιαφέρουν μεγάλες μάζες φιλάθλων, αφ’ ετέρου η ανάγκη διαφύλαξης προστατευτέων δικαιωμάτων του δημοσίου και τρίτων (αθλητών, προπονητών, προμηθευτών κ.ά.), που πλήττονται από την ανεξέλεγκτη και έκνομη δραστηριότητα ορισμένων Α.Α.Ε.

Είναι στέρεα η βούληση της πολιτείας να εκριζωθεί εφεξής το ανεπίτρεπτο σε κράτος δικαίου φαινόμενο καταδολιευτικών συμπεριφορών και έκδηλων μεθοδεύσεων παραγόντων Α.Α.Ε., που εμφανίζονται με την επιλογή του αγωνιστικού υποβιβασμού των ομάδων τους στην ερασιτεχνική κατηγορία.

Και τούτο προκειμένου να επιτευχθεί η απαλλαγή από χρέη και εν γένει οικονομικές, ασφαλιστικές και άλλες υποχρεώσεις (συνήθως υπέρογκες), που κατά το πλείστον οι ίδιοι οι παράγοντες δημιούργησαν και στη συνέχεια η αναβίωση ή η σύσταση νέας Α.Α.Ε. «ελεύθερης» από βάρη, παραλλήλως δε με τη δυνατότητα των υπαιτίων προσώπων να διατηρούν λόγο και θέση στο αθλητικό γίγνεσθαι της χώρας, μέσω των ιδίων ή άλλων Α.Α.Ε. ή Αθλητικών Σωματείων.

Εξάλλου, ενόψει έναρξης της νέας αγωνιστικής περιόδου και διεξαγωγής των επαγγελματικών πρωταθλημάτων καθίσταται επιτακτική η άμεση ρύθμιση του θέματος.

Με την παράγραφο 5 της τροπολογίας επιχειρείται η εναρμόνιση των καταστατικών των εθνικών ομοσπονδιών με τις προβλέψεις των διεθνών ομοσπονδιών, προκειμένου να ενισχυθεί το αίσθημα διαφάνειας και χρηστής διοίκησης στο εσωτερικό των εθνικών Ομοσπονδιών, καθότι υπήρχε κενό νόμου στον ισχύοντα αθλητικό νόμο 2725/1999. Προβλέπεται λοιπόν με σαφήνεια η σύσταση και συγκρότηση επιτροπών δεοντολογίας, όπως αυτές θεσμοθετήθηκαν από τα διεθνή όργανα στα πλαίσια της αυτοδιοικητικής λειτουργίας των Ομοσπονδιών.

Please reload